Χρειάζεται πραγματικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος υδατάνθρακες για να λειτουργεί; Χρειάζεται πραγματικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος υδατάνθρακες για να λειτουργεί;
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα αξιοθαύμαστο όργανο. Δεν μας επιτρέπει μόνο να σκεφτόμαστε, αλλά και να ελέγχουμε τις εκούσιες κινήσεις μας, όπως το τρέξιμο,... Χρειάζεται πραγματικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος υδατάνθρακες για να λειτουργεί;

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα αξιοθαύμαστο όργανο. Δεν μας επιτρέπει μόνο να σκεφτόμαστε, αλλά και να ελέγχουμε τις εκούσιες κινήσεις μας, όπως το τρέξιμο, και τις ακούσιες, όπως η αναπνοή. Για να το κάνει αυτό χρειάζεται μια μεγάλη ποσότητα ενέργειας. 

Γνωρίζουμε ότι ο μέσος ανθρώπινος εγκέφαλος ζυγίζει περίπου 1,4 κιλά και χρησιμοποιεί περίπου 5,6 mg (0,0056 γραμμάρια) γλυκόζης το λεπτό. Δηλαδή χρειάζεται περίπου 100 – 130 γραμμάρια γλυκόζης την ημέρα. 

Είναι όμως όντως έτσι; 

Πολλοί άνθρωποι έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι η ποσότητα γλυκόζης με την οποία πρέπει να εφοδιάζουμε καθημερινά τον εγκέφαλο για να λειτουργεί σωστά, και η οποία πρέπει να προέρχεται από την πρόσληψη της τροφής. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ισχύει.  

“Στο σώμα μας, η κυτταρική ενέργεια (με τη μορφή της τριφοσφορικής αδενοσύνης ή ATP) μπορεί να προέρχεται από τριών ειδών μακροθρεπτικά συστατικάτους υδατάνθρακες, τις πρωτεΐνες και τα λιπαρά – και το κάθε είδος κυττάρου αξιοποιεί διαφορετική πηγή ενέργειας. Τα περισσότερα κύτταρα στο σώμα μας διαθέτουν αποθέματα λίπους και γλυκόζης (η οποία όταν βρίσκεται αποθηκευμένη στο σώμα ονομάζεται γλυκαγόνο) που μπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν το σώμα χρειάζεται ενέργεια.  

Τα κύτταρα του εγκεφάλου είναι μοναδικά γιατί δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα λιπαρά και δεν διαθέτουν αποθέματα γλυκόζης (ή γλυκαγόνο). Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλος χρειάζεται να ανεφοδιάζεται συνεχώς μέσω του αίματος. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ακολουθούν διατροφή πλούσια σε θερμίδες, εφοδιάζουν τον εγκέφαλό τους μόνο με γλυκόζη, που λαμβάνουν με την πρόσληψη μεγάλων ποσοτήτων τροφών που είναι πλούσιες σε υδατάνθρακες. Ωστόσο, όταν μειώνεται η ποσότητα των υδατανθράκων που προσλαμβάνουμε, μειώνεται και η ποσότητα της ινσουλίνης (της ορμόνης που είναι υπεύθυνη για την μεταφορά της γλυκόζης από τη ροή του αίματος μέσα στα κύτταρα), δίνοντας έναυσμα στο συκώτι να αρχίσει να παράγει μόρια που ονομάζονται κετόνες. Για να δημιουργήσει τις κετόνες, το συκώτι πρώτα διασπά τα λιπαρά (που είτε προσλαμβάνονται μέσω της τροφής, είτε βρίσκονται στα αποθέματα του σωματικού λίπους) στα συστατικά τους στοιχεία: τη γλυκερίνη και τα λιπαρά οξέα. Στη συνέχεια, τα λιπαρά οξέα διασπώνται ακόμη περισσότερο με μια διαδικασία που ονομάζεται κετογένεση, ώστε να παράγουν κετόνες.  

Όταν αυξάνεται η ποσότητα των κετονών στο αίμα, ο εγκέφαλος τις χρησιμοποιεί ως επιπλέον πηγή ενέργειας, μειώνοντας την ανάγκη για γλυκόζη. Μέσω αυτού του μηχανισμού, οι κετόνες μπορούν να ικανοποιήσουν μέχρι και το 75% της ανάγκης του εγκεφάλου για ενέργεια. 

Ωστόσο, ακόμη και όταν χρησιμοποιεί τις κετόνες, ο εγκέφαλος χρειάζεται και λίγη γλυκόζη και να λειτουργήσει. (Αν χρησιμοποιήσουμε τους υπολογισμούς που κάναμε παραπάνω, αυτό σημαίνει περίπου 25-50 γραμμάρια γλυκόζης την ημέρα). Από που λοιπόν μπορεί να προέρθει αυτή η ποσότητα, αν προσλαμβάνουμε μικρότερη ποσότητα γλυκόζης μέσα στη μέρα; 

Όταν μειώνεται η ποσότητα υδατανθράκων που λαμβάνουμε μέσω της τροφής, η γλυκόζη μπορεί να προέρθει από την διάσπαση του γλυκαγόνου μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται γλυκογενόλυση, ή μέσω μιας εναλλακτικής διαδικασίας που είναι γνωστή ως γλυκονεογένηση: δηλαδή την παραγωγή γλυκόζης από άλλες πηγές και όχι από υδατάνθρακες. Κατά τη διάρκεια της γλυκονεογένησης παράγεται γλυκόζη στο συκώτι με τη βοήθεια μορίων γλυκερόλης που απελευθερώνονται με τη παραγωγή κετονών. Με τη γλυκογενόλυση και τη γλυκονεογένηση, τα επίπεδα της γλυκόζης διατηρούνται μέσα σε συγκεκριμένα, στενά, όρια, διαδικασία που διευκολύνεται από τη δράση ορμονών (της ινσουλίνης και του γλυκαγόνου) που παράγονται στο πάγκρεας (προφανή εξαίρεση αποτελούν οι άνθρωποι που πάσχουν από διαβήτη που χρειάζεται να ρυθμίζουν οι ίδιοι τα επίπεδα της γλυκόζης τους, συνήθως με τη χρήση εξωγενούς (ενέσιμης) ινσουλίνης και γλυκόζης που λαμβάνουν από το στόμα). Τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα διατηρούνται μεταξύ 80 και 85, ασχέτως από την ποσότητα υδατανθράκων που καταναλώνουμε. Έτσι διασφαλίζεται συνεχής ανεφοδιασμός του εγκεφάλου με γλυκόζη 

Με αυτόν τον τρόπο το σώμα (και ιδιαίτερα το συκώτι) εξασφαλίζει ότι ο εγκέφαλος έχει όση ενέργεια χρειάζεται, ακόμη και αν δεν καταναλώνετε καθόλου υδατάνθρακες. 

Πηγή: asweetlife.org

Shares
Αποδοχή
Η ιστοσελίδα glykouli.gr χρησιμοποιεί cookies για τη βελτίωση των υπηρεσιών της. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
Shares