Συχνές οι περιπτώσεις λανθασμένης διάγνωσης σε άτομα με διαβήτη τύπου 1, αναφέρει νέα έρευνα Συχνές οι περιπτώσεις λανθασμένης διάγνωσης σε άτομα με διαβήτη τύπου 1, αναφέρει νέα έρευνα
Σύμφωνα με νέα έρευνα είναι συχνές οι περιπτώσεις που δε γίνεται σωστή διάγνωση διαβήτη τύπου 1 σε παιδιά και ενήλικες, γεγονός που αυξάνει τον... Συχνές οι περιπτώσεις λανθασμένης διάγνωσης σε άτομα με διαβήτη τύπου 1, αναφέρει νέα έρευνα

Σύμφωνα με νέα έρευνα είναι συχνές οι περιπτώσεις που δε γίνεται σωστή διάγνωση διαβήτη τύπου 1 σε παιδιά και ενήλικες, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο διαβητικής κετοξέωσης (DKA).

Τα αποτελέσματα μιας έρευνας, στην οποία συμμετείχαν 2526 άτομα που επιλέχτηκαν από την T1D Exchange clinic και τις διαδικτυακές κοινότητες, δημοσιεύθηκαν στο τεύχος Ιουλίου 2019 του Clinical Diabetes από την Cynthia E. Muñoz, PhD και τους συναδέλφους της που εργάζονται στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας του Λος Άντζελες.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 25% των ερωτηθέντων ή τα παιδιά τους με διαβήτη τύπου 1, έλαβαν αρχικά λανθασμένη διάγνωση, η οποία σχετιζόταν με 18% αυξημένο κίνδυνο κετοξέωξης, σε σύγκριση με άτομα στα οποία ο διαβήτης τύπου 1 διαγνώστηκε αμέσως και έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη.

Οι πιο συχνές λάθος διαγνώσεις σε παιδιά ήταν γρίπη ή άλλες ιογενείς λοιμώξεις, ενώ σε ενήλικες ήταν διαβήτης τύπου 2. Έτσι, η Muñoz και οι συνάδελφοί της γράφουν: “οι γιατροί που παρακολουθούν ενήλικες θα έπρεπε να ελέγχουν και για διαβήτη τύπου 1 όταν κάνουν διάγνωση διαβήτη τύπου 2, ενώ οι γιατροί που παρακολουθούν παιδιά, θα πρέπει να ελέγχουν για διαβήτη τύπου 1 όταν τα παιδιά εμφανίζουν αόριστα συμπτώματα γρίπης.”

ΠΩΣ Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΘΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ

Οι συντάκτες της μελέτης αναφέρουν ότι μελλοντικές λειτουργίες των ηλεκτρονικών μητρώων υγείας και η διαλειτουργικότητα μεταξύ των συστημάτων των διαφόρων οργανισμών, είναι πιθανό να προσφέρουν ένα εργαλείο για τους γιατρούς που εργάζονται στις μονάδες επειγόντων περιστατικών ή στη πρωτοβάθμια φροντίδα, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να γίνεται σωστή διάγνωση του Διαβήτη τύπου 1.

“Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να υπάρχουν ειδοποιήσεις για τις περιπτώσεις απώλειας βάρους σε παιδιά που βρίσκονται στην ανάπτυξη, που θα προτείνουν τεστ γλυκόζης, και ειδοποιήσεις για τις περιπτώσεις που γίνεται διάγνωση διαβήτη τύπου 2 σε μη παχύσαρκους ενήλικες, ώστε να γίνεται έλεγχος για αντισώματα του διαβήτη τύπου 1.»

Η ΕΡΕΥΝΑ

Τα άτομα που συμμετείχαν στην ηλεκτρονική έρευνα, επιλέχθηκαν μέσω του μητρώου της κλινικής του T1D Exchange και της διαδικτυακής κοινότητας ασθενών T1D Exchange. Το T1D Exchange είναι ένα online δίκτυο που συνδέει διάφορους ενδιαφερόμενους και συλλέγει ιατρικά δεδομένα για την ενημέρωση της έρευνας για τον διαβήτη τύπου 1, την ιατρική φροντίδα και την ανάπτυξη προϊόντων.

Από τα 2526 ενήλικα άτομα που ερωτήθηκαν, το 78% έπασχε από διαβήτη τύπου 1, ενώ το 22% είχε παιδιά με την πάθηση.

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα κατά την εμφάνιση του διαβήτη τύπου 1 σε ενήλικες και παιδιά ήταν η υπερβολική δίψα (84,3% και 90,0%, αντίστοιχα), η κόπωση (77,9% και 73,2%), η συχνή ούρηση (77,0% και 84,6%), και η απώλεια βάρους (73,9% και 71,4%).

Ωστόσο, υπήρχαν και άλλα συμπτώματα που διέφεραν ανάλογα με την ηλικία. Οι ενήλικες ήταν πιο πιθανό από τα παιδιά να παρουσιάσουν θολή όραση (49,3% έναντι 30,0%), κολπικές λοιμώξεις (21,3% έναντι 7,4%), μούδιασμα στα χέρια και τα πόδια (12,4% έναντι 3,7%), και αργή επούλωση των πληγών (11,8% και 5,9%).

Τα παιδιά, από την άλλη πλευρά, ανέφεραν πόνο στο στομάχι (21,6% έναντι 11,1%), ναυτία/έμετο (31,9% έναντι 17,5%), και συμπτώματα γρίπης (29,9% έναντι 17,4%), συχνότερα από ότι σε σύγκριση με τους ενήλικες.

Στο 24% των περιπτώσεων, αναφέρθηκε αρχική λανθασμένη διάγνωση. Στους ενήλικες το ποσοστό ήταν 38,6%, ενώ στα παιδιά ήταν 16% (P <. 001).

Μεταξύ των 856 ερωτηθέντων που έλαβαν διάγνωση διαβήτη τύπου 1 όταν ήταν ενήλικες, το 76,8 % αρχικά διαγνώστηκε λανθασμένα με διαβήτη τύπου 2. Μόλις στο 8,6% έγινε αρχική λανθασμένη διάγνωση για γρίπη ή άλλη ιογενή λοίμωξη. Αντίθετα, στα 1670 παιδιά, στο 53,7% έγινε αρχική λανθασμένη διάγνωση για γρίπη ή ιογενή λοίμωξη, ενώ στο 19,1% έγινε λανθασμένη διάγνωση για στρεπτόκοκκο ή βακτηριακή λοίμωξη.

Συνολικά, το 66,1% των περιπτώσεων νοσηλεύθηκαν κατά τη διάγνωση ενώ το 40,9% ήταν σε κατάσταση κετοξέωσης. Τα παιδιά ήταν πιο πιθανό από τους ενήλικες να νοσηλευθούν με κετοξέωση (48,0% vs 28,1% · P < .001) και να χρειαστούν θεραπεία με ενδοφλέβια υγρά (92,9% έναντι 78,4% · P <. 001).

Ενώ όσοι είχαν λάβει λανθασμένη διάγνωση είχαν 17,6% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κετοξέωση σε σύγκριση με αυτούς που είχαν διαγνωσθεί σωστά (45,2% έναντι 38,4% · P < .05), αυτή η συσχέτιση ήταν σημαντική μόνο στα παιδιά (68% με λανθασμένη διάγνωση έναντι 42,8% με σωστή αρχική διάγνωση εμφάνισαν κετοξέωση, P < 0,001). Δεν υπήρχε διαφορά στα ποσοστά ατόμων που εμφάνισαν κετοξέωση μεταξύ των ενηλίκων με σωστή διάγνωση έναντι αυτών με εσφαλμένη διάγνωση.

Συνολικά, στο 21% των περιπτώσεων χρειάστηκε να γίνει εισαγωγή στη μονάδα εντατικής θεραπείας, και η πλειονότητα αυτών ήταν σε κατάσταση κετοξέωσης (83,4%). Από αυτούς που εισήχθησαν στην εντατική, το 25,0% δεν είχαν τις αισθήσεις τους.

Πηγή: medscape.com

Shares
Αποδοχή
Η ιστοσελίδα glykouli.gr χρησιμοποιεί cookies για τη βελτίωση των υπηρεσιών της. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
Shares