Παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης, οστεοπόρωση και υπογονιμότητα αποτελούν τις σύγχρονες «μάστιγες», καθώς ταλαιπωρούν εκατομμύρια ανθρώπους σε παγκόσμιο επίπεδο και απειλούν με κατάρρευση των εθνικά συστήματα...

Παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης, οστεοπόρωση και υπογονιμότητα αποτελούν τις σύγχρονες «μάστιγες», καθώς ταλαιπωρούν εκατομμύρια ανθρώπους σε παγκόσμιο επίπεδο και απειλούν με κατάρρευση των εθνικά συστήματα υγείας.

Σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα με αφορμή το 39ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού (4-7 Απριλίου, Αθήνα), η παχυσαρκία ως νοσολογική οντότητα αποτελεί μια πρωταρχική κρίση δημόσιας υγείας.

Η παχυσαρκία μειώνει το προσδόκιμο ζωής

Στοιχεία που παρουσίασε η ενδοκρινολόγος και πρόεδρος της Ελληνικής Ιατρικής Εταιρείας Παχυσαρκίας (Ε.Ι.Ε.Π.) Αναχίντ Αμπραχαμιάν-Μιχελάκη, σήμερα ο αριθμός των υπέρβαρων ατόμων αγγίζει το 1 δισεκατομμύριο, ενώ οι παχύσαρκοι φτάνουν τα 300 εκατ. Οι προβλέψεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας δείχνουν ότι το 2015 οι υπέρβαροι θα έχουν φτάσει τα 2,5 δισ. και οι παχύσαρκοι τα 700 εκατ., παγκοσμίως. Αυτό θα έχει ως άμεση συνέπεια την μείωση του προσδόκιμου ζωής τα επόμενα 30 χρόνια.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής μελέτης «Pro Childreη παιδική παχυσαρκία είναι ήδη ένα εδραιωμένο κοινωνικό πρόβλημα. Ειδικότερα, σε δείγμα 8.137 παιδιών το ποσοστό παχυσαρκίας κυμαίνεται από 8,6% έως 30,6%, με διαρκώς αυξητική τάση.

Στην Ελλάδα, η Πανελλήνια Επιδημιολογική Μελέτη που διεξήχθη το 2003 από την Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας, σε δείγμα 17.341 ενηλίκων και 18.055 παιδιών και εφήβων διαπίστωσε ότι το 21,9% των ενηλίκων ήταν παχύσαρκοι και το 57,1% υπέρβαροι. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκε συνεχής και σταθερή αύξηση της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας, σε ποσοστά που κυμαίνονται από 7,2% έως και 20,7%.

Η ανησυχητική αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας στην Ελλάδα, ώθησαν την Ε.Ι.Ε.Π. και το Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας του ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης να χρηματοδοτήσουν το 2010-11 το πρόγραμμα COSI του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ). Το πρόγραμμα περιέλαβε συνολικά 150 σχολεία και 5.701 μαθητές 7-8 ετών (Β’ Δημοτικού) κα8ι 9-10 ετών (Δ’ Δημοτικού). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, στην Β’ Δημοτικού οι νορμοβαρείς μαθητές αποτελούσαν το 59,53%, ενώ οι υπέρβαροι και οι παχύσαρκοι το 23,03% και 13,65% αντίστοιχα. Στην Δ’ Δημοτικού το ποσοστό των νορμοβαρών ήταν 53,93%, των υπέρβαρων 28,87% και των παχύσαρκων 13,42%. Και στις δύο ομάδες οι λιποβαρείς μαθητές αποτελούσαν μόνο το 3,78%.

Η παχυσαρκία (δηλαδή η υψηλή συγκέντρωση λίπους στον οργανισμό) σχετίζεται με πολλαπλά νοσήματα και μεταβολικές διαταραχές. Στα συνοδά νοσήματα της περιλαμβάνονται: ο σακχαρώδης διαβήτης (τύπου ΙΙ), η αρτηριακή υπέρταση, η στεφανιαία νόσος (και άλλα καρδιαγγειακά συμβάματα), η δυσλιπιδαιμία, η άπνοια ύπνου, η αρθρίτιδα, οι διαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας καθώς και ορισμένες μορφές καρκίνου (μαστού, προστάτη, παχέος εντέρου κ.α.).

Το 57,1% των Ελλήνων πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη

Η διαρκής αύξηση του σωματικού βάρους συνδυαστικά με την έλλειψη σωματικής άσκησης συντελούν στην εμφάνιση του σακχαρώδους διαβήτη (τύπου ΙΙ), ο οποίος επιβαρύνει όλο και περισσότερο τους δείκτες νοσηρότητας και θνητότητας παγκοσμίως.

Η Ελένη Αναστασίου, διευθύντρια του Διαβητολογικού Κέντρου του Α’ Ενδοκρινολογικού Τμήματος του Γ.Ν.Α. «Αλεξάνδρα» και ειδική σε θέματα διαβήτη κύησης, σημειώνει ότι η νόσος είναι η 12η αιτία θανάτου παγκοσμίως, ενώ το 2030 θα έχει φτάσει στην 7η θέση των συχνότερων αιτιών. Οι πάσχοντες από διαβήτη εμφανίζουν διπλάσια θνησιμότητα σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Στην Ελλάδα, το ποσοστό των ασθενών το 2033 ήταν στο 57,1%, ένα από τα υψηλότερα της Ευρώπης, και οι προβλέψεις για το μέλλον συνηγορούν υπέρ της μεγάλης αύξησης του επιπολασμού της νόσου στην χώρα μας.

Σε ό,τι αφορά το σακχαρώδη διαβήτη της κύησης (ΣΔΚ), η κ. Αναστασίου εξήγησε ότι η συχνότητα εμφάνισής του κυμαίνεται στο 5-7%. Δηλαδή, 1 στις 15-20 έγκυες γυναίκες μπορεί να παρουσιάσει σακχαρώδη διαβήτη χωρίς να το γνωρίζει. Υπολογίζεται ότι στις 110.000 γεννήσεις το χρόνο στην Ελλάδα, περίπου οι 7.000 θα παρουσιάσουν ΣΔΚ. Ωστόσο, στη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών αυτών οι τιμές της γλυκόζης θα επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα μετά τον τοκετό. Η διάγνωση του ΣΔΚ στηρίζεται αποκλειστικά στον εργαστηριακό έλεγχο (σακχαραιμική καμπύλη), γιατί διαφορετικά δεν προκύπτουν εμφανή στοιχεία από το ιστορικό και την κλινική εξέταση.

Η oστεοπόρωση αφορά άνδρες και γυναίκες

Οι διαταραχές του οστικού μεταβολισμού και ιδιαίτερα η εμφάνιση οστεοπόρωσης φαίνεται να προκαλούνται από πολλούς από τους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης επιπλοκών που σχετίζονται με τον σακχαρώδη διαβήτη και την παχυσαρκία, όπως η κακή διατροφή, το κάπνισμα, το αλκοόλ και η ελλιπής σωματική άσκηση, πάντα βέβαια σε συνδυασμό με τη χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου (χαμηλή κατανάλωση γαλακτοκομικών στη σύγχρονη διατροφή), και την έλλειψη βιταμίνης D (πολύ συχνή στη χώρα μας, παρά την ηλιοφάνεια). Πρέπει να σημειωθεί πως η απώλεια οστικής πυκνότητας (βασικός δείκτης οστικής υγείας) συμβαίνει προοδευτικά και σιωπηλά, ενώ συχνότατα το πρώτο σύμπτωμα οστεοπόρωσης είναι ένα οστεοπορωτικό κάταγμα.

Ο Ενδροκρινολόγος και τέως Διευθυντής Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού του Γ.Ν.Α. «Ασκληπιείο» Βούλας, Κωνσταντίνος Μαυρουδής, εξηγεί ότι τα συχνότερα κατάγματα που σχετίζονται με την οστεοπόρωση είναι εκείνα της σπονδυλικής στήλης, του ισχίου και του αντιβραχίου. Η συχνότητά τους αυξάνεται με την ηλικία, (κυρίως εκείνα της σπονδυλικής στήλης και του ισχίου), ενώ σε όλες τις ηλικίες έχουν δυσμενή επακόλουθα. Τα κατάγματα της σπονδυλικής στήλης συνοδεύονται από απώλεια ύψους, πόνο στην πλάτη, παραμόρφωση (κύφωση), προβλήματα στο αναπνευστικό κ.α. Τα κατάγματα του ισχίου συχνά απαιτούν επέμβαση και μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια της ανεξαρτησίας κινήσεων ή θάνατο, κυρίως στους άνδρες.

Μάλιστα όταν σημειωθεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα, υπάρχει πιθανότητα 20% να ακολουθηθεί και από ένα δεύτερο σε χρονικό διάστημα ενός έτους, εάν δεν παρέμβουμε αποτελεσματικά. Παγκοσμίως, μετά τα 50 έτη, 1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 5 άνδρες κινδυνεύουν να υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως προκύπτει από διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, σε όλο τον κόσμο σημειώνεται 1 οστεοπορωτικό κάταγμα κάθε 3 δευτερόλεπτα.

Οι αμετάβλητοι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση οστεοπόρωσης είναι η ηλικία, το φύλο, προηγούμενο κάταγμα ή ιστορικό καταγμάτων στην οικογένεια, θεραπεία με κορτικοειδή, πρώιμη εμμηνόπαυση, υστερεκτομή, υπογοναδισμός στους άνδρες, ρευματοειδής αρθρίτιδα κ.α. Οι δυνητικά τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το αλκοόλ, το κάπνισμα, την κακή διατροφή, την έλλειψη βιταμίνης D, την ελλιπή σωματική άσκηση, τη χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου και τις συχνές πτώσεις.

Η διάγνωση της οστεοπόρωσης τίθεται, συνήθως, με τη μέθοδο DXA, η οποία διενεργείται κυρίως σε γυναίκες ηλικίας άνω των 65 ετών και άνδρες άνω των 70 ετών. Μια μέτρηση μπορεί να είναι-δείχνει:
1. Φυσιολογική
2. Ελαττωμένη οστική πυκνότητα (Οστεοπενία)
3. Οστεοπόρωση και
4. Εγκατεστημένη Οστεοπόρωση.

Θεραπεία χορηγείται στις περιπτώσεις 3 και 4. Όταν έχουμε οστεοπενία ο/η ασθενής θα λάβει θεραπεία όταν ο κίνδυνος κατάγματος είναι αυξημένος.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης διαιρούνται σε αντιοστεοαπορροφητικά και σε αναβολικά. Τα αντιοστεοαπορροφητικά εμποδίζουν την απορρόφηση του οστού και ενισχύουν το ήδη υπάρχον, αναστέλλουν, δηλαδή, την εξασθένηση του οστού και τη μείωση της αντοχής του, ενισχύοντας τα δομικά συστατικά του, τις δοκίδες, δηλαδή την ήδη υπάρχουσα ύφανση του οστού.

Τα αναβολικά κάνουν νέο και δυνατό οστό, δημιουργούν νέες δοκίδες, μπορούν να ξαναενώνουν τις σπασμένες και να δημιουργούν οστά με πυκνή ύφανση που δε σπάνε εύκολα. Με κάθε θεραπεία θα πρέπει να συνχορηγούνται και συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D, ενώ υπάρχουν και αντιοστεοαπορροφητικά που έχουν και βιταμίνη D (δύο σε ένα).

Η οστεοπόρωση μπορεί να προληφθεί με τη σωστή διατροφή από τη παιδική και εφηβική ηλικία, με τροφές πλούσιες σε ασβέστιο και βιταμίνη D, με την άσκηση και την αποφυγή των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου.

Η ανδρική υπογονιμότητα αφορά όλο και περισσότερα ζευγάρια

Οι διαταραχές της αναπαραγωγικής ικανότητας των ανδρών, αποτελούν την αποκλειστική αιτία υπογονιμότητας του ζευγαριού σε ποσοστό περίπου 45%, ενώ σε ένα επιπλέον ποσοστό 26% συμmpβάλλουν στη συνολική υπογονιμότητα του ζευγαριού. Ωστόσο, η ευρεία χρήση των μεθόδων της υποστηριζόμενης αναπαραγωγής δίνει σήμερα, σε μεγάλο ποσοστό, τη δυνατότητα επιτυχούς λύσης του προβλήματος.

Μόνο το 28% των ζευγαριών έχει πλέον άριστο σπέρμα, ενώ το 26% βρίσκεται εντός των ορίων της γονιμότητας σύμφωνα με τις αναθεωρημένες κατευθυντήριες οδηγίες, ανέφερε η Συντονίστρια Διευθύντρια του Τμήματος Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού στο Νοσοκομείο-Μαιευτήριο «Έλενα Βενιζέλου», Σταματίνα Νικοπούλου, καταδεικνύοντας τις πραγματικές διαστάσεις μια ακόμη σύγχρονη «επιδημίας».

Η αιτία της ανδρικής υπογονιμότητας δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστεί και να αντιμετωπιστεί. Δεδομένου ότι η υπογονιμότητα αποτελεί την συνισταμένη της γονιμότητας των δύο συντρόφων, ακόμη και μια μικρή βελτίωση του ενός μπορεί να οδηγήσει σε αυτόματη λύση του προβλήματος. Γι’ αυτό επιβάλλεται η διερεύνηση του υπογόνιμου άνδρα από ιατρούς με διευρυμένες γνώσεις ανδρολογίας, ουρολογίας και ενδοκρινολογίας.

Η κ. Νικοπούλου επεσήμανε ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, η Ανδρολογία δεν υφίσταται ως ιατρική ειδικότητα, αλλά οι υπογόνιμοι άνδρες (30-42 ετών) μπορούν να αξιολογηθούν σωστά κατόπιν συνεργασίας ενδοκρινολόγων-ουρολόγων.

Η αντιμετώπιση του υπογόνιμου άνδρα γίνεται ως εξής:

Α. Αξιόπιστο σπερμοδιάγραμμα που περιλαμβάνει:

· Σωστή συλλογή του δείγματος.

· Εξέταση του δείγματος, με βάση τις οδηγίες της Π.Ο.Υ (2010), σε σωστά εξοπλισμένο εργαστήριο με ειδική εμπειρία και συνεχή ποιοτικό έλεγχο.

Β. Αξιολόγηση του σπερμοδιαγράμματος από τον ειδικό κλινικό Ανδρολόγο παράλληλα με το ιστορικό του, την κλινική εξέταση, αλλά και την αξιολόγηση της συζύγου.

Γ. Επανάληψη του σπερμοδιαγράμματος, λόγω της γνωστής ευρείας διακύμανσης των ευρημάτων του και, ενδεχόμενα, περαιτέρω διερεύνηση με ειδικό εργαστηριακό έλεγχο.

Δ. Τελική αξιολόγηση και επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης της υπογονιμότητας.

Σήμερα θεωρείται απαραίτητη η ευαισθητοποίηση του υπογόνιμου άνδρα για τη συνέχιση της παρακολούθησής του από Ανδρολογική Μονάδα, καθώς η υπογονιμότητα μπορεί να συνδέεται και με άλλα μελλοντικά προβλήματα υγείας, π.χ. καρδιαγγειακή νόσο, όψιμη έναρξη υπογοναδισμού κ.α.

Πηγή: health.in.gr

Shares
Αποδοχή
Η ιστοσελίδα glykouli.gr χρησιμοποιεί cookies για τη βελτίωση των υπηρεσιών της. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
Shares