Η αντιμετώπιση του διαβήτη στις εγκυμονούσες Η αντιμετώπιση του διαβήτη στις εγκυμονούσες
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης -συνήθως γύρω στην 24η εβδομάδα - πολλές γυναίκες θα αναπτύξουν διαβήτη κύησης. Η αντιμετώπιση του διαβήτη στις εγκυμονούσες

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης -συνήθως γύρω στην 24η εβδομάδα – πολλές γυναίκες θα αναπτύξουν διαβήτη κύησης.

Η διάγνωση του διαβήτη κύησης δεν σημαίνει ότι είχαν διαβήτη προ της εγκυμοσύνης ή ότι θα έχουν διαβήτη μετά τον τοκετό. Αλλά είναι σημαντικό οι γυναίκες να ακολουθούν τις συμβουλές των ιατρών τους όσον αφορά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (σάκχαρο αίματος), ενώ σκόπιμος είναι ο σχεδιασμός της εγκυμοσύνης, έτσι ώστε μητέρες και παιδιά να παραμένουν υγιή.

Οι έγκυοι που δεν είχαν ποτέ διαβήτη πριν από την κύηση, αλλά που έχουν υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (σάκχαρο) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, λέγεται ότι έχουν διαβήτη κύησης, που διαπιστώνεται με μετρήσεις σακχάρου αίματος και επιβεβαιώνεται -για την πλειονότητα των γυναικών- με δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη («καμπύλη» σακχάρου). Με βάση πρόσφατα ανακοινωθέντα διαγνωστικά κριτήρια, εκτιμάται ότι ο διαβήτης της κύησης επηρεάζει 5%-18% των κυήσεων.

Δεν ξέρουμε τι προκαλεί το διαβήτη κύησης, αλλά έχουμε κάποιες ενδείξεις: ο πλακούντας υποστηρίζει το μωρό καθώς μεγαλώνει και οι ορμόνες από τον πλακούντα βοηθούν στην ανάπτυξη του μωρού -αλλά οι ορμόνες αυτές εμποδίζουν επίσης τη δράση της ινσουλίνης στο σώμα της μητέρας. Αυτό το πρόβλημα ονομάζεται αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η αντίσταση στην ινσουλίνη καθιστά δύσκολο για το σώμα της μητέρας να χρησιμοποιήσει την ίδια της την ινσουλίνη. Η αντίσταση δε στην ινσουλίνη φτάνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η έγκυος -για να διατηρήσει το σάκχαρό της μέσα σε φυσιολογικά όρια- να χρειαστεί να εκκρίνει έως και τρεις φορές περισσότερη ινσουλίνη απ’ όσο πριν από την κύηση.

Ο διαβήτης κύησης ξεκινά όταν το σώμα της εγκύου δεν είναι σε θέση να παράγει και να χρησιμοποιεί όλη την ινσουλίνη, που απαιτείται στην εγκυμοσύνη, για να διατηρήσει το σάκχαρο του αίματός της μέσα σε φυσιολογικά όρια.

Χωρίς αρκετή ινσουλίνη, η γλυκόζη δεν μπορεί να μεταφερθεί από το αίμα στους ιστούς και τα όργανα του σώματος και να μετουσιωθεί στην απαραίτητη για το σώμα ενέργεια. Γλυκόζη συσσωρεύεται στο αίμα σε υψηλά επίπεδα (αυτή η κατάσταση ονομάζεται υπεργλυκαιμία).

Οι συνέπειες

Ο διαβήτης κύησης επηρεάζει τη μητέρα σε προχωρημένη ηλικία κύησης, αφ’ ότου το σώμα του μωρού έχει διαμορφωθεί μεν, αλλά ενώ αναπτύσσεται δε.

Εξαιτίας αυτού, ο διαβήτης κύησης δεν προκαλεί συγγενείς ανωμαλίες όπως αυτές που παρατηρούνται σε περιπτώσεις βρεφών, των οποίων οι μητέρες είχαν αρρύθμιστο διαβήτη πριν από την εγκυμοσύνη.

Ωστόσο, διαβήτης κύησης χωρίς αγωγή ή ανεπαρκώς ελεγχόμενος διαβήτης κύησης μπορούν να βλάψουν το μωρό. Σε περίπτωση διαβήτη κύησης, το πάγκρεας αποδίδει στα όριά του για να παράγει ινσουλίνη, αλλά η ινσουλίνη αυτή για τους λόγους που ήδη αναφέραμε παραπάνω δεν αρκεί για να μειώσει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Επίσης η ινσουλίνη δεν διαπερνά τον πλακούντα, ενώ η γλυκόζη και άλλα θρεπτικά συστατικά τον διαπερνούν. Ετσι, το πλεόνασμα της γλυκόζης στο αίμα περνά μέσω του πλακούντα, οδηγώντας σε υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα του μωρού. Αυτό οδηγεί το πάγκρεας του μωρού στο να παράγει επιπλέον ινσουλίνη με τη σειρά του, ώστε το μωρό να απαλλαγεί από την περίσσεια γλυκόζης του αίματός του.

Δεδομένου ότι το μωρό με αυτή τη διαδικασία γίνεται αποδέκτης περισσότερης ενέργειας από ό, τι χρειάζεται για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί, αυτή η επιπλέον ενέργειά του αποθηκεύεται ως λίπος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μακροσωμία («παχύ» μωρό). Τα μωρά με μακροσωμία δυνητικά έχουν αυξημένη πιθανότητα να αντιμετωπίσουν προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων κακώσεων των ώμων κατά τη διαδικασία φυσιολογικού τοκετού.

Λόγω της επιπλέον ινσουλίνης που παράγεται από το πάγκρεας του μωρού, τα νεογνά μπορεί να έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τη γέννηση (υπογλυκαιμία) και διατρέχουν επίσης, σε υψηλότερο βαθμό από παιδιά φυσιολογικού βάρους, κίνδυνο για αναπνευστικά προβλήματα.

Τα μωρά με περίσσεια ινσουλίνης εξελίσσονται σε παιδιά με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας και περαιτέρω καταλήγουν ως ενήλικοι να έχουν αυξημένο κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (που παλαιότερα χαρακτηριζόταν και ως «διαβήτης των ενηλίκων»).

Η θεραπεία

Η θεραπεία του διαβήτη κύησης έχει στόχο να κρατήσει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα ίσα με εκείνα των εγκύων γυναικών που δεν έχουν διαβήτη κύησης.

Η θεραπεία για το διαβήτη κύησης περιλαμβάνει πάντα προγραμματισμένη διατροφή/δίαιτα και προγραμματισμένη σωματική δραστηριότητα. Επίσης περιλαμβάνει συνήθως καθημερινό έλεγχο της γλυκόζης του αίματος και όταν η αντιμετώπιση με διατροφή δεν επαρκεί, τότε χρειάζεται αντιμετώπιση με ενέσιμη αγωγή ινσουλίνης (μία ή περισσότερες φορές την ημέρα).

Ο διαβήτης κύησης συνήθως παρέρχεται μετά την εγκυμοσύνη. Αλλά από τη στιγμή που μία γυναίκα είχε διαβήτη κύησης, έχει αδρά 60% πιθανότητα να εμφανίσει εκ νέου διαβήτη κύησης σε μελλοντικές εγκυμοσύνες.

Σε λίγες γυναίκες η εγκυμοσύνη αποκαλύπτει διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2 (είναι δε μερικές φορές δύσκολο να πει κανείς αν αυτές οι γυναίκες έχουν όντως διαβήτη κύησης, ή εάν ο διαβήτης τους πρωτοεμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης). Οι γυναίκες αυτές θα πρέπει να συνεχίσουν τη θεραπεία του διαβήτη μετά την εγκυμοσύνη.

Πολλές γυναίκες που είχαν διαβήτη κύησης αναπτύσσουν αργότερα διαβήτη τύπου 2. Φαίνεται ότι διαβήτης κύησης και διαβήτης τύπου 2 συνδέονται, άλλωστε και οι δύο αφορούν την αντίσταση στην ινσουλίνη. Ορισμένες βασικές αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορεί να βοηθήσουν στην πρόληψη του διαβήτη έπειτα από διαβήτη κύησης.

Γυναίκες με βάρος περισσότερο από 20% πάνω από το ιδανικό βάρος του σώματός τους ωφελούνται από απώλεια ακόμη και μερικών κιλών, μειώνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2.

Σχετικά με τη διατροφή, καλό είναι να ακολουθούνται απλές κατευθυντήριες οδηγίες, όπως καθημερινά να καταναλώνονται φρέσκα φρούτα και λαχανικά και να περιορίζεται η πρόσληψη λίπους στο 30% ή λιγότερο των ημερήσιων θερμίδων. Η τακτική άσκηση επιτρέπει στο σώμα να χρησιμοποιήσει τη γλυκόζη χωρίς να χρειάζεται επιπλέον ινσουλίνη.

Άρθρο του ΙΩΑΝΝΗ ΗΛΙΑ ενδοκρινολόγου, επιμελητή Α’ ΕΣΥ, Νοσοκομείο «Ε. Βενιζέλου», Αθήνα

Πηγή: enet.gr

Shares
Αποδοχή
Η ιστοσελίδα glykouli.gr χρησιμοποιεί cookies για τη βελτίωση των υπηρεσιών της. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
Shares