Διαβήτης και εποχικές ιώσεις: Τι πρέπει να προσέχουμε όταν αρρωσταίνουμε;

Το κρυολόγημα, η γρίπη και οι υπόλοιπες εποχικές ιώσεις είναι συνηθισμένες την περίοδο του φθινοπώρου και του χειμώνα. Για τα άτομα που ζουν με διαβήτη, όμως, μια ίωση μπορεί να απαιτήσει λίγη περισσότερη προσοχή, καθώς η ασθένεια μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
εποχικές ιώσεις

Τι πρέπει να προσέχουμε όταν αρρωσταίνουμε; Πώς επηρεάζεται το σάκχαρο και ποιες κινήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να διαχειριστούμε καλύτερα αυτές τις ημέρες; Γιατί μπορεί να απορρυθμιστεί το σάκχαρο όταν έχουμε ίωση;

Όταν ο οργανισμός προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια λοίμωξη, απελευθερώνει ορμόνες που συμμετέχουν στην αντίδραση του σώματος στο στρες. Οι ορμόνες αυτές μπορούν να αυξήσουν τη γλυκόζη στο αίμα και να δυσκολέψουν τη δράση της ινσουλίνης.

Έτσι, ακόμη και αν τρώμε λιγότερο από το συνηθισμένο, το σάκχαρο μπορεί να ανέβει. Από την άλλη πλευρά, η μειωμένη πρόσληψη τροφής, οι εμετοί ή η διάρροια μπορούν να οδηγήσουν σε υπογλυκαιμία, ιδιαίτερα σε όσους λαμβάνουν ινσουλίνη ή ορισμένα αντιδιαβητικά φάρμακα.

Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια μιας ίωσης οι μετρήσεις μπορεί να παρουσιάζουν μεγαλύτερες διακυμάνσεις από ό,τι συνήθως.

1. Ελέγχουμε συχνότερα τη γλυκόζη μας

Όταν είμαστε άρρωστοι, είναι σημαντικό να παρακολουθούμε πιο συχνά τα επίπεδα γλυκόζης, σύμφωνα με τις οδηγίες της θεραπευτικής μας ομάδας. Ακόμη και αν δεν έχουμε αλλάξει σημαντικά τη διατροφή ή τη θεραπεία μας, μια λοίμωξη μπορεί να επηρεάσει τις μετρήσεις. Για τον λόγο αυτό:

Καταγράφουμε τις μετρήσεις και τυχόν συμπτώματα που παρατηρούμε.

Δίνουμε προσοχή τόσο στις υψηλές όσο και στις χαμηλές τιμές.

Αν χρησιμοποιούμε αισθητήρα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης, παρακολουθούμε τις τάσεις και τις ειδοποιήσεις του.

Εάν έχουμε διαβήτη τύπου 1 ή λαμβάνουμε ινσουλίνη και το σάκχαρο είναι αυξημένο, ρωτάμε το γιατρό μας αν και πότε χρειάζεται έλεγχος κετονών. Δεν υπάρχει μία συχνότητα μετρήσεων που να είναι κατάλληλη για όλους. Η ανάγκη εξαρτάται από τον τύπο του διαβήτη, τη θεραπεία, τις τιμές της γλυκόζης και τη βαρύτητα της ασθένειας.

2. Φροντίζουμε την ενυδάτωσή μας

Ο πυρετός, η εφίδρωση, οι εμετοί και η διάρροια μπορούν να προκαλέσουν αφυδάτωση. Όταν το σάκχαρο είναι υψηλό, ο οργανισμός μπορεί επίσης να χάνει περισσότερα υγρά μέσω των ούρων.

Για να περιορίσουμε αυτόν τον κίνδυνο:

Πίνουμε συχνά νερό, σε μικρές ποσότητες αν αισθανόμαστε ναυτία.

Επιλέγουμε, όταν είναι κατάλληλο, ροφήματα χωρίς ζάχαρη και ζωμούς.

Παρακολουθούμε αν έχουμε έντονη δίψα, ξηροστομία, ζάλη ή μειωμένη ούρηση.

Αν δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα υγρά λόγω εμετών, ζητάμε άμεσα ιατρική συμβουλή.

Η επιλογή των υγρών χρειάζεται να προσαρμόζεται στις τιμές της γλυκόζης, στις απώλειες υγρών και σε τυχόν άλλες παθήσεις ή διατροφικούς περιορισμούς.

3. Τι κάνουμε όταν δεν έχουμε όρεξη για φαγητό;

Η έλλειψη όρεξης είναι συχνή όταν έχουμε πυρετό ή πονόλαιμο. Ωστόσο, η μειωμένη πρόσληψη τροφής μπορεί να επηρεάσει το σάκχαρο, ιδιαίτερα όταν συνεχίζουμε να λαμβάνουμε φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν υπογλυκαιμία.

Αν μπορούμε να φάμε, επιλέγουμε μικρά και εύκολα γεύματα, ανάλογα με την όρεξή μας. Μια σούπα, λίγο γιαούρτι ή άλλες τροφές που ανεχόμαστε καλά μπορεί να είναι χρήσιμες επιλογές, ανάλογα με τις ανάγκες μας.

Αν δεν μπορούμε να φάμε κανονικά, χρειάζεται να ακολουθήσουμε το εξατομικευμένο πλάνο που έχουμε συμφωνήσει με τον γιατρό ή τον διαιτολόγο μας. Σε περίπτωση υπογλυκαιμίας, πρέπει να έχουμε διαθέσιμη μια κατάλληλη πηγή γρήγορα απορροφήσιμων υδατανθράκων και να ακολουθούμε τις οδηγίες αντιμετώπισής της.

Δεν χρειάζεται να πιέζουμε τον εαυτό μας να καταναλώσει ένα πλήρες γεύμα, αλλά δεν πρέπει και να αγνοούμε την αδυναμία λήψης τροφής ή υγρών, ειδικά όταν επιμένει.

4. Συνεχίζουμε τη θεραπεία μας με ασφάλεια

Μία από τις σημαντικότερες προφυλάξεις είναι να μην αλλάζουμε αυθαίρετα τη θεραπεία μας επειδή αρρωστήσαμε. Η ανάγκη για ινσουλίνη μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί κατά τη διάρκεια μιας ασθένειας. Ορισμένα αντιδιαβητικά φάρμακα μπορεί επίσης να χρειάζονται προσωρινή προσαρμογή, ανάλογα με την κατάσταση της υγείας μας, την ενυδάτωση και τη δυνατότητα σίτισης.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται τα άτομα που λαμβάνουν αναστολείς SGLT2, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις ασθένειας μπορεί να απαιτείται προσωρινή διακοπή τους κατόπιν ιατρικής καθοδήγησης.

Δεν διακόπτουμε την ινσουλίνη αυθαίρετα, ακόμη και αν δεν τρώμε κανονικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στον διαβήτη τύπου 1, όπου η έλλειψη ινσουλίνης μπορεί να οδηγήσει σε διαβητική κετοξέωση.

Εάν παίρνουμε φάρμακα για το κρυολόγημα ή τον πυρετό, συμβουλευόμαστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό μας, καθώς ορισμένα σκευάσματα μπορεί να επηρεάσουν τη γλυκόζη ή να αλληλεπιδράσουν με τη θεραπεία μας.

5. Πότε πρέπει να επικοινωνήσουμε με γιατρό;

Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε κάθε ίωση ως επείγον περιστατικό. Είναι, όμως, σημαντικό να αναγνωρίζουμε τα σημάδια που χρειάζονται άμεση αξιολόγηση.

Επικοινωνούμε άμεσα με το γιατρό μας αν:

Οι τιμές της γλυκόζης παραμένουν πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές παρά τα μέτρα που έχουμε συμφωνήσει.

Έχουμε θετικές ή αυξημένες κετόνες.

Παρουσιάζουμε επίμονους εμετούς ή διάρροια.

Δεν μπορούμε να φάμε, να πιούμε ή να κρατήσουμε τα φάρμακά μας.

Ο πυρετός επιμένει ή η γενική μας κατάσταση επιδεινώνεται.

Ζητάμε επείγουσα ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν δυσκολία στην αναπνοή, σύγχυση, έντονη υπνηλία, σοβαρός κοιλιακός πόνος ή ενδείξεις διαβητικής κετοξέωσης, όπως εμετοί, αυξημένες κετόνες και βαθιά ή γρήγορη αναπνοή.

Δεν περιμένουμε να εμφανιστούν όλα τα συμπτώματα για να ζητήσουμε βοήθεια.

6. Η πρόληψη παραμένει σημαντική

Παρότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε όλες τις λοιμώξεις, υπάρχουν απλές συνήθειες που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο μετάδοσης:

Πλένουμε συχνά και σχολαστικά τα χέρια μας.

Αποφεύγουμε, όσο είναι δυνατόν, τη στενή επαφή με άτομα που νοσούν.

Φροντίζουμε τον αερισμό των εσωτερικών χώρων.

Συζητάμε με τον γιατρό μας για τον αντιγριπικό εμβολιασμό και τους υπόλοιπους εμβολιασμούς που ενδείκνυνται για την ηλικία και την κατάσταση της υγείας μας.

Είναι επίσης χρήσιμο να έχουμε στο σπίτι τα απαραίτητα αναλώσιμα για τη μέτρηση της γλυκόζης, επαρκή ποσότητα της συνταγογραφημένης θεραπείας και τα στοιχεία επικοινωνίας της ιατρικής μας ομάδας.

Συμπέρασμα

Μια εποχική ίωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα αντιμετωπίσουμε σοβαρές επιπλοκές. Χρειάζεται, όμως, να γνωρίζουμε ότι η ασθένεια μπορεί να επηρεάσει τη γλυκόζη, την ενυδάτωση και τις ανάγκες της θεραπείας μας.

Η συχνότερη παρακολούθηση, η επαρκής πρόσληψη υγρών, η σωστή διαχείριση της αγωγής και η έγκαιρη επικοινωνία με τον γιατρό όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά μπορούν να μας βοηθήσουν να περάσουμε αυτές τις ημέρες με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Το σημαντικότερο είναι να έχουμε από πριν ένα εξατομικευμένο πλάνο για τις ημέρες που αρρωσταίνουμε, ώστε να γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε και πότε χρειάζεται να ζητήσουμε βοήθεια.

Total
0
Shares
Related Posts