Το να περιορίσει κανείς τις τροφές με γλυκιά γεύση δεν φαίνεται, από μόνο του, να μειώνει τις λιγούρες ή να οδηγεί αυτόματα σε καλύτερους δείκτες υγείας, σύμφωνα με νέα επιστημονικά δεδομένα που αμφισβητούν τη γνωστή συμβουλή «αν κόψεις τα γλυκά, θα τα ζητάς λιγότερο».
Ερευνητές από την Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο παρακολούθησαν ενήλικες για αρκετούς μήνες και διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση περισσότερων ή λιγότερων «γλυκών» τροφών δεν συνδέθηκε με ουσιαστική αλλαγή στην προτίμηση για τη γλυκιά γεύση.
Παράλληλα, το σωματικό βάρος και βασικοί βιοδείκτες που σχετίζονται με διαβήτη και καρδιαγγειακή νόσο έμειναν σε μεγάλο βαθμό σταθεροί. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο The American Journal of Clinical Nutrition.
Τι αμφισβητεί η νέα έρευνα
Η μελέτη έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψη ότι, αν μειώσουμε τα γλυκά, «εκπαιδεύουμε» τον οργανισμό να τα αποζητά λιγότερο με τον χρόνο. Αντί να φανεί μια σταδιακή μείωση της επιθυμίας για γλυκιά γεύση, οι προτιμήσεις των συμμετεχόντων παρέμειναν παρόμοιες.
Ένα βασικό μήνυμα είναι ότι η «γλυκύτητα» δεν ισοδυναμεί πάντα με ζάχαρη. Η γεύση μπορεί να προέρχεται από διαφορετικές πηγές, όπως φυσικά σάκχαρα ή γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων, και αυτό έχει σημασία όταν μιλάμε για συστάσεις δημόσιας υγείας.
Η Katherine Appleton, συν-συγγραφέας της μελέτης και καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Bournemouth, έχει σημειώσει ότι οι άνθρωποι διαθέτουν έμφυτη προτίμηση στη γλυκιά γεύση. Αυτός είναι ένας λόγος που αρκετοί φορείς προτείνουν συνολικά τη μείωση της «γλυκύτητας» στη διατροφή.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, τα νέα ευρήματα δεν ενισχύουν αυτή τη γενική οδηγία, ακριβώς επειδή δεν ξεχωρίζει αν η γλυκιά γεύση προέρχεται από ζάχαρη, από γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων ή από φυσικές πηγές.
Πώς σχεδιάστηκε η κλινική δοκιμή
Στη δοκιμή συμμετείχαν 180 ενήλικες, οι οποίοι κατανεμήθηκαν σε τρεις ομάδες, ανάλογα με το πόσο «γλυκιά» θα ήταν η διατροφή τους.
- Ομάδα με διατροφή υψηλή σε τρόφιμα με γλυκιά γεύση
- Ομάδα με διατροφή χαμηλής «γλυκύτητας»
- Ομάδα με μέτρια επίπεδα «γλυκύτητας»
Οι τροφές που εντάχθηκαν στα διατροφικά μοτίβα περιλάμβαναν ένα μίγμα επιλογών. Σε αυτές υπήρχαν προϊόντα με ζάχαρη, φυσικά γλυκά τρόφιμα (όπως φρούτα και γαλακτοκομικά) και προϊόντα με γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων.
Η παρακολούθηση διήρκεσε έξι μήνες. Οι ερευνητές εξέτασαν τόσο τις προτιμήσεις των συμμετεχόντων για γλυκές γεύσεις όσο και μεταβολές στο βάρος, καθώς και βιοδείκτες που συνδέονται με καρδιοπάθεια και διαβήτη.
Στο τέλος, δεν καταγράφηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων σε κανένα από τα παραπάνω σημεία. Επιπλέον, μετά την ολοκλήρωση της δοκιμής, αρκετοί συμμετέχοντες φάνηκε να επιστρέφουν στα αρχικά διατροφικά τους μοτίβα.
Αυτό το εύρημα ενισχύει την ιδέα ότι οι προτιμήσεις για τη γλυκιά γεύση μπορεί να είναι σχετικά σταθερές στην ενήλικη ζωή, τουλάχιστον στο πλαίσιο αυτής της μελέτης.
Γλυκιά γεύση και ζάχαρη δεν είναι το ίδιο
Η Appleton τόνισε ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς «να τρώμε λιγότερο γλυκό» ως λύση για την παχυσαρκία. Όπως υπογραμμίζεται στη συζήτηση των ευρημάτων, οι ανησυχίες για την υγεία σχετίζονται κυρίως με την πρόσληψη ζάχαρης.
Υπάρχουν τρόφιμα που δεν έχουν έντονα γλυκιά γεύση, αλλά μπορεί να περιέχουν σημαντικές ποσότητες ζάχαρης. Αντίστροφα, τρόφιμα που είναι φυσικά γλυκά, όπως τα φρούτα και ορισμένα γαλακτοκομικά, μπορεί να προσφέρουν διατροφικά οφέλη.
Με βάση αυτή τη διάκριση, η μελέτη υποδεικνύει ότι οι οδηγίες δημόσιας υγείας ενδέχεται να χρειάζεται να εστιάζουν περισσότερο σε πρακτικά, μετρήσιμα σημεία: μείωση πρόσθετης ζάχαρης, έλεγχο μερίδων και συνολική πρόσληψη θερμίδων.
Τι φαίνεται να «οδηγεί» τις λιγούρες στην πράξη
Οι λιγούρες δεν εξηγούνται από έναν μόνο παράγοντα. Ειδικοί επισημαίνουν ότι συχνά σχετίζονται με το συνολικό πλαίσιο ζωής και διατροφής και όχι αποκλειστικά με το πόσο γλυκιά είναι η καθημερινή δίαιτα.
Η Michelle Routhenstein, διαιτολόγος προληπτικής καρδιολογίας και πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια διαβήτη στη Νέα Υόρκη (η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη), ανέφερε ότι οι λιγούρες φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τη συνολική ποιότητα της διατροφής, το στρες, τον ύπνο, τη χρονική κατανομή των γευμάτων και την έκθεση σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα.
Σύμφωνα με την ίδια, πρακτικές που συχνά βοηθούν περιλαμβάνουν τον περιορισμό της πρόσθετης ζάχαρης και των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, καθώς και την επιλογή πιο ισορροπημένων γευμάτων. Σε τέτοια γεύματα συνυπάρχουν πρωτεΐνη, λίπος και φυτικές ίνες, στοιχεία που συνδέονται με καλύτερο κορεσμό.
Αντί για πολύ ζαχαρούχες λιχουδιές, μπορούν επίσης να επιλέγονται πιο θρεπτικές εναλλακτικές, με στόχο η συνολική διατροφή να είναι πιο σταθερή και προβλέψιμη.
Περιορισμοί της μελέτης και χρηματοδότηση
Οι ερευνητές διευκρίνισαν ότι τα αποτελέσματα προέρχονται από κατά κανόνα υγιείς ενήλικες. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χρειαστεί πρόσθετη έρευνα για να φανεί αν τα ίδια συμπεράσματα ισχύουν και σε άλλους πληθυσμούς.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι υπήρξε δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση, συμπεριλαμβανομένης στήριξης από φορείς της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών. Ορισμένοι ερευνητές δήλωσαν επίσης παλαιότερες ή τρέχουσες σχέσεις με εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους κλάδους γλυκαντικών και τροφίμων.
Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η μείωση της «γλυκύτητας» ως γενικός στόχος μπορεί να μην είναι αρκετή για να αλλάξει τις προτιμήσεις ή να μετακινήσει κρίσιμους δείκτες υγείας. Η έμφαση στην πρόσθετη ζάχαρη, στις μερίδες και στη συνολική ποιότητα της διατροφής προβάλλει ως πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Cutting out sweet foods won’t reduce cravings over time, new study finds | Fox News
Το εναλλακτικό γλυκαντικό σορβιτόλη συνδέεται με ηπατική νόσο – Γλυκούλι