Η βιταμίνη D μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο διαβήτη σε ορισμένες ομάδες

Μελέτη του Tufts University δείχνει ότι η βιταμίνη D ίσως μειώνει τον κίνδυνο διαβήτη σε άτομα

Νέα ερευνητικά δεδομένα από το Tufts University δείχνουν ότι η λήψη υψηλής δόσης βιταμίνης D ενδέχεται να συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε ορισμένα άτομα με προδιαβήτη, ειδικά όταν υπάρχει συγκεκριμένο γενετικό υπόβαθρο.

Η μελέτη βασίστηκε σε μεγάλη κλινική δοκιμή στις ΗΠΑ με περισσότερους από 2.000 ενήλικες που είχαν ήδη προδιαβήτη. Οι συμμετέχοντες έλαβαν καθημερινά 4.000 διεθνείς μονάδες βιταμίνης D ή placebo και στη συνέχεια οι ερευνητές εξέτασαν αν η απόκριση στη συμπλήρωση διέφερε ανάλογα με γονιδιακές παραλλαγές.

Τι έδειξε η ανάλυση

Προηγούμενη αξιολόγηση της ίδιας δοκιμής δεν είχε καταγράψει συνολικά σημαντική μείωση του κινδύνου διαβήτη σε όσους λάμβαναν βιταμίνη D. Ωστόσο, όταν τα δεδομένα εξετάστηκαν πιο αναλυτικά, προέκυψε ότι το αποτέλεσμα δεν ήταν ίδιο για όλους.

Η νέα ανάλυση συνέκρινε τα άτομα που φάνηκε να ωφελούνται από το συμπλήρωμα με εκείνα που δεν εμφάνισαν όφελος. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε τρεις συχνές παραλλαγές του γονιδίου του υποδοχέα της βιταμίνης D, προκειμένου να διαπιστώσουν αν η γενετική σύσταση επηρεάζει την ανταπόκριση.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, άτομα που έφεραν τις παραλλαγές AC ή CC σε σχετικό γονίδιο που συνδέεται με τη βιταμίνη D είχαν 19% μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν διαβήτη όταν λάμβαναν βιταμίνη D, σε σύγκριση με όσους έλαβαν placebo.

Αντίθετα, οι συμμετέχοντες με την παραλλαγή AA δεν φάνηκε να αποκομίζουν αντίστοιχο όφελος από τη συμπλήρωση.

Ο ρόλος του υποδοχέα της βιταμίνης D

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η βιταμίνη D δρα συνδεόμενη με ειδικό υποδοχέα στον οργανισμό, γνωστό ως υποδοχέα της βιταμίνης D. Ο υποδοχέας αυτός εντοπίζεται σε πολλά σημεία του σώματος, μεταξύ αυτών και στο πάγκρεας.

Το πάγκρεας είναι το όργανο που παράγει ινσουλίνη, την ορμόνη που ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες θεωρούν ότι τυχόν διαφοροποιήσεις στον τρόπο λειτουργίας του υποδοχέα μπορεί να επηρεάζουν το πόσο αποτελεσματικά δρα η βιταμίνη D στην πρόληψη της εξέλιξης προς διαβήτη.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο JAMA Network Open, ενισχύοντας το ενδιαφέρον για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις πρόληψης με βάση βιολογικά και γενετικά χαρακτηριστικά.

Πώς ερμηνεύουν οι ειδικοί τα αποτελέσματα

Η κύρια συγγραφέας της μελέτης, Bess Dawson-Hughes, ανέφερε ότι το εύρημα αποτελεί παράδειγμα της λεγόμενης «ακριβούς διατροφής» ή «ακριβούς ιατρικής». Η λογική αυτής της προσέγγισης είναι ότι μια παρέμβαση δεν λειτουργεί απαραίτητα το ίδιο σε όλους, αλλά μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το γενετικό προφίλ και τον ατομικό κίνδυνο νόσου.

Όπως εξήγησε, ένα καθημερινό συμπλήρωμα βιταμίνης D είναι πρακτικό, χαμηλού κόστους και γενικά ασφαλές για πολλούς ανθρώπους. Θεωρητικά, στο μέλλον μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να συνδυαστεί με ένα σχετικά απλό γενετικό τεστ, ώστε να εντοπίζονται όσοι είναι πιθανότερο να ωφεληθούν.

Παρά το ενδιαφέρον αυτό σενάριο, οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι είναι πρόωρο να εξαχθούν κλινικές οδηγίες για τον γενικό πληθυσμό.

Γιατί χρειάζεται προσοχή

Η μελέτη έχει σημαντικούς περιορισμούς. Πρόκειται για δευτερογενή ανάλυση, δηλαδή για επανεξέταση δεδομένων που είχαν ήδη συλλεχθεί, και όχι για πρωτογενή τυχαιοποιημένη σύγκριση σχεδιασμένη εξαρχής με βάση τις γενετικές υποομάδες.

Επιπλέον, το δείγμα περιλάμβανε μόνο άτομα με προδιαβήτη. Αυτό σημαίνει ότι τα ευρήματα δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτόματα σε άτομα χωρίς προδιαβήτη ή σε άλλες πληθυσμιακές ομάδες.

Οι επιστήμονες σημειώνουν επίσης ότι, όπως συμβαίνει με κάθε πρώτη παρατήρηση, τα αποτελέσματα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε νέες μελέτες πριν αξιοποιηθούν στην καθημερινή ιατρική πράξη.

  • Η ωφέλεια δεν καταγράφηκε σε όλους τους συμμετέχοντες.
  • Το όφελος αφορούσε συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές.
  • Η μελέτη δεν στηρίζει γενικευμένη χρήση υψηλών δόσεων βιταμίνης D.
  • Απαιτείται επιβεβαίωση με επιπλέον έρευνα.

Τι ισχύει σήμερα για τη βιταμίνη D

Οι συνιστώμενες προσλήψεις βιταμίνης D παραμένουν πολύ χαμηλότερες από τη δόση που χρησιμοποιήθηκε στη δοκιμή. Για τους περισσότερους ενήλικες ηλικίας 1 έως 70 ετών, οι τρέχουσες οδηγίες αναφέρονται περίπου στις 600 IU την ημέρα, ενώ για άτομα άνω των 70 ετών η σύσταση φτάνει περίπου τις 800 IU.

Η δόση των 4.000 IU ημερησίως που εξετάστηκε στη μελέτη δεν θα πρέπει να θεωρείται κατάλληλη για όλους. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι οι πολίτες δεν πρέπει να ξεκινήσουν μόνοι τους λήψη υψηλών δόσεων με στόχο την πρόληψη του διαβήτη βασιζόμενοι μόνο σε αυτά τα δεδομένα.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους ηλικιωμένους. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι πολύ υψηλά επίπεδα βιταμίνης D μπορεί να συνδέονται με κινδύνους, ενώ έχουν αναφερθεί και ενδείξεις ότι τα υψηλά επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D στο αίμα, τα οποία ίσως απαιτούνται για μείωση του κινδύνου διαβήτη, σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο πτώσεων σε μεγαλύτερες ηλικίες.

Για τον λόγο αυτό, η λήψη 4.000 IU βιταμίνης D καθημερινά δεν συνιστάται χωρίς προηγούμενη ιατρική καθοδήγηση.

Το επόμενο βήμα στην έρευνα

Η νέα μελέτη ανοίγει και ένα επιπλέον ερώτημα: αν η χορήγηση βιταμίνης D σε ενήλικες που έχουν τις «ανταποκρινόμενες» γονιδιακές παραλλαγές θα μπορούσε να μειώσει όχι μόνο τον κίνδυνο διαβήτη, αλλά ακόμη νωρίτερα και τον κίνδυνο εμφάνισης προδιαβήτη.

Αν αυτό επιβεβαιωθεί σε μελλοντικές μελέτες, η βιταμίνη D θα μπορούσε να αποκτήσει ρόλο σε πιο εξατομικευμένες στρατηγικές πρόληψης. Προς το παρόν, όμως, το μήνυμα των ερευνητών είναι σαφές: τα ευρήματα είναι ενδιαφέροντα, αλλά δεν αρκούν ακόμη για να αλλάξουν οι γενικές ιατρικές οδηγίες.

Η πρακτική αξία της ανακάλυψης βρίσκεται κυρίως στο ότι ενισχύει την ιδέα της στοχευμένης πρόληψης, όπου η γενετική πληροφορία μπορεί στο μέλλον να βοηθήσει τους γιατρούς να επιλέγουν ποιοι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να ωφεληθούν από μια συγκεκριμένη παρέμβαση.

Πηγή

Όλα όσα χρειάζεται να ξέρετε για τη βιταμίνη D και τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια – Γλυκούλι

Total
0
Shares
Σχετικά άρθρα