Nέα μελέτη αμφισβητεί την ασφάλεια των γλυκαντικών

Πολλοί άνθρωποι, όταν προσπαθούν να αλλάξουν τις διατροφικές τους συνήθειες, στρέφονται σχεδόν αυτόματα στα αναψυκτικά και στα προϊόντα χωρίς ζάχαρη. Η επιλογή αυτή συχνά μοιάζει λογική: λιγότερες θερμίδες, πιο «ελαφριά» αίσθηση, και η εντύπωση ότι πρόκειται για μια πιο ισορροπημένη λύση. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως η εικόνα ίσως είναι πιο σύνθετη από όσο πιστεύαμε.
Nέα μελέτη αμφισβητεί την ασφάλεια των γλυκαντικών

Οι γλυκαντικές ουσίες χαμηλών ή μηδενικών θερμίδων βρίσκονται πλέον παντού: σε αναψυκτικά, δημητριακά πρωινού, καραμέλες, φάρμακα, επιδόρπια, ακόμη και σε προϊόντα που προβάλλονται ως πιο «υγιεινά». Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι επικίνδυνες. Σημαίνει όμως ότι αξίζει να τις κατανοούμε καλύτερα, ειδικά όταν αποτελούν συχνό μέρος της καθημερινότητάς μας.

Τι εξέτασε η νέα έρευνα

Ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ μελέτησε το πώς διάφορες τεχνητές και χαμηλοθερμιδικές γλυκαντικές ουσίες αλληλεπιδρούν με βακτήρια του εντέρου. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Systems Biology και επικεντρώθηκε σε 25 διαφορετικά είδη βακτηρίων που σχετίζονται με το εντερικό μικροβίωμα. Το μικροβίωμα του εντέρου είναι το σύνολο των μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό μας σύστημα. Αυτοί οι μικροσκοπικοί «συγκάτοικοι» βοηθούν στην πέψη, επηρεάζουν τον μεταβολισμό και συμμετέχουν σε λειτουργίες που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη εξετάζει όλο και περισσότερο πώς η διατροφή, τα φάρμακα και τα πρόσθετα συστατικά μπορεί να μεταβάλλουν αυτή την εσωτερική ισορροπία. Οι ερευνητές καλλιέργησαν κάθε είδος βακτηρίου ξεχωριστά και στη συνέχεια το εξέθεσαν σε 39 γλυκαντικές ουσίες που χρησιμοποιούνται εμπορικά. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου τα τρία τέταρτα αυτών των ουσιών επηρέασαν την ανάπτυξη τουλάχιστον ενός βακτηριακού είδους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάπτυξη βακτηρίων που συνδέονται με ένα υγιές έντερο επιβραδύνθηκε ή και σταμάτησε.

Γιατί το εύρημα έχει ενδιαφέρον

Το πιο ουσιαστικό στοιχείο της μελέτης δεν ήταν μόνο ότι κάποιες γλυκαντικές ουσίες επηρέασαν τα βακτήρια, αλλά ότι η επίδρασή τους άλλαζε όταν συνδυάζονταν με άλλες ενώσεις. Οι επιστήμονες εξέτασαν τι συμβαίνει όταν τα γλυκαντικά συνυπάρχουν με συστατικά που μπορεί να καταναλώνουμε την ίδια στιγμή, όπως καφεΐνη, άρωμα βανίλιας ή φαρμακευτικές ουσίες. Καταγράφηκαν περισσότερες από 100 περιπτώσεις όπου η παρουσία ενός δεύτερου συστατικού άλλαζε σημαντικά τη δράση του γλυκαντικού. Αυτό μας θυμίζει ότι η διατροφή δεν λειτουργεί απομονωμένα: δεν καταναλώνουμε ποτέ μόνο ένα συστατικό τη φορά, αλλά πολύπλοκους συνδυασμούς τροφών, ποτών και, μερικές φορές, φαρμάκων. Το σημαντικό μήνυμα εδώ είναι ότι το «χωρίς ζάχαρη» δεν σημαίνει πάντα «βιολογικά ουδέτερο». Κάτι μπορεί να έχει λίγες ή μηδενικές θερμίδες, αλλά αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να αλληλεπιδρά με το σώμα με άλλους τρόπους.

Ο συνδυασμός που ξεχώρισε

Το πιο έντονο αποτέλεσμα παρατηρήθηκε σε έναν συγκεκριμένο συνδυασμό: την ισοστεβιόλη, μια ένωση που προέρχεται από τη στέβια, μαζί με τη δουλοξετίνη, φάρμακο που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις κατάθλιψης, άγχους και ορισμένων μορφών νευροπαθητικού πόνου. Στο εργαστήριο, αυτός ο συνδυασμός μείωσε σημαντικά την ανάπτυξη δύο τύπων ωφέλιμων βακτηρίων. Παράλληλα, περιόρισε τη βιοποικιλότητα μιας απλοποιημένης κοινότητας που περιείχε και τα 25 βακτηριακά είδη της μελέτης. Η ποικιλία στο μικροβίωμα θεωρείται γενικά σημαντική για την εύρυθμη λειτουργία του εντέρου, αν και η εικόνα στον άνθρωπο είναι πολύ πιο περίπλοκη από ένα εργαστηριακό μοντέλο. Αυτό το εύρημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, όχι επειδή προσφέρει οριστικές απαντήσεις, αλλά επειδή ανοίγει ένα νέο πεδίο ερωτήσεων. Ίσως τελικά να έχει σημασία όχι μόνο ποιο γλυκαντικό καταναλώνει κάποιος, αλλά και με τι άλλο συνυπάρχει αυτό στον οργανισμό του.

Τι δεν αποδεικνύει η μελέτη

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Η έρευνα έγινε σε βακτήρια στο εργαστήριο και όχι σε ανθρώπους. Το ανθρώπινο πεπτικό σύστημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και επηρεάζεται από δεκάδες παράγοντες: τη συνολική διατροφή, το άγχος, τον ύπνο, τα φάρμακα, την κίνηση, την ηλικία και την ατομική βιολογία. Με άλλα λόγια, η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι οι γλυκαντικές ουσίες προκαλούν βλάβη στους ανθρώπους. Ούτε αποδεικνύει ότι όποιος καταναλώνει προϊόντα χωρίς ζάχαρη θα έχει οπωσδήποτε πρόβλημα στο έντερο ή στον μεταβολισμό του. Δείχνει, όμως, ότι το θέμα αξίζει περαιτέρω διερεύνηση και ότι οι απλές διατροφικές βεβαιότητες συχνά χρειάζονται επανεξέταση. Το ίδιο ισχύει και για όσους λαμβάνουν δουλοξετίνη: η έρευνα δεν αποτελεί λόγο διακοπής ή αλλαγής αγωγής. Κάθε φαρμακευτική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε συνεργασία με γιατρό. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι χρειάζονται μελέτες σε ανθρώπους για να διαπιστωθεί αν οι ίδιες αλληλεπιδράσεις συμβαίνουν όντως μέσα στο σώμα.

Τι πρέπει να θυμάσαι

Οι προηγούμενες συζητήσεις γύρω από τις γλυκαντικές ουσίες δεν είναι καινούργιες. Κατά καιρούς, ειδικοί στη διατροφή έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για τη συχνή χρήση τους, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά, ενώ άλλες έρευνες έχουν εντοπίσει συσχετίσεις ανάμεσα στην κατανάλωση αναψυκτικών χωρίς ζάχαρη και ορισμένες μεταβολικές επιπλοκές στην εγκυμοσύνη. Αυτές οι παρατηρήσεις, όμως, δεν αποδεικνύουν αιτιότητα. Για τους περισσότερους ανθρώπους, η πιο χρήσιμη στάση ίσως δεν είναι ο φόβος ούτε η απόλυτη βεβαιότητα, αλλά η ενημερωμένη ισορροπία. Αν επιλέγεις προϊόντα χωρίς ζάχαρη, αυτό δεν σημαίνει ότι κάνεις κάτι «λάθος». Αν πάλι θέλεις να μειώσεις την κατανάλωσή τους, αυτό μπορεί να είναι μια ευκαιρία να δεις συνολικά τη σχέση σου με τη γεύση, τη συνήθεια και τις ανάγκες του σώματός σου. Οι γλυκαντικές ουσίες δεν είναι απαραίτητα αθώες ή επιβλαβείς από μόνες τους· το πλαίσιο μετράει. Το έντερο είναι ένα πολύπλοκο οικοσύστημα και δεν αντιδρά σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Οι εργαστηριακές μελέτες είναι σημαντικές, αλλά δεν ισοδυναμούν με βέβαια συμπεράσματα για την καθημερινή ζωή. Καμία νέα έρευνα δεν πρέπει να οδηγεί σε διακοπή φαρμάκων χωρίς ιατρική καθοδήγηση

Συμβουλές και λύσεις 

Αν θέλεις να προσεγγίσεις το θέμα πιο συνειδητά, μπορείς να ξεκινήσεις με μικρές και ρεαλιστικές κινήσεις. Για παράδειγμα, να παρατηρήσεις πόσο συχνά καταναλώνεις γλυκαντικές ουσίες μέσα στην ημέρα, όχι μόνο από τα αναψυκτικά αλλά και από γιαούρτια, μπάρες, τσίχλες ή ροφήματα. Η επίγνωση είναι συχνά το πρώτο βήμα προς επιλογές που σε στηρίζουν καλύτερα. Επίσης, μπορεί να βοηθήσει η σταδιακή στροφή σε λιγότερο έντονες γεύσεις, όπως νερό με λεμόνι, ανθρακούχο νερό χωρίς πρόσθετα ή ροφήματα χωρίς συστηματική γλυκαντική ενίσχυση. Δεν χρειάζεται να βρεις την απόλυτα σωστή επιλογή, χρειάζεται περιέργεια, φροτνίδα για τον εαυτό σου και χώρος για δοκιμή.Τελικά, τα προϊόντα diet ίσως να μην είναι πάντα η αυτόματα «υγιεινή» επιλογή που φανταζόμαστε. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα αποκλείσουμε παντελώς από τη διατροφή μας, αλλά ότι αξίζει να τα βλέπουμε με λίγο περισσότερη κριτική σκέψη. Όσο η επιστήμη συνεχίζει να εξερευνά τη σχέση τους με το μικροβίωμα και τον οργανισμό, το πιο υποστηρικτικό που μπορούμε να κάνουμε είναι να ενημερωνόμαστε, να ακούμε το σώμα μας και να αποφεύγουμε τις απόλυτες απαντήσεις.

Total
0
Shares
Σχετικά άρθρα